ἀπατῶν

ἀπατῶν
ἀπάτη
trick
fem gen pl
ἀπατάω
cheat
pres part act masc voc sg
ἀπατάω
cheat
pres part act neut nom/voc/acc sg
ἀπατάω
cheat
pres part act masc nom sg (attic epic ionic)
ἀπατάω
cheat
pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἀπάτων — ἄπατος immune from punishment masc/fem/neut gen pl ἀ̱πάτων , ἀπατάω cheat imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱πάτων , ἀπατάω cheat imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπατάω cheat imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀπατάω cheat imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οπίπα — ὀπίπα (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὀπίπα ἐξαπατᾷ, ἀπατέων ἤ ἀπατῶν». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. οπιπεύω] …   Dictionary of Greek

  • Δον Ζουάν — Λογοτεχνικός ήρωας. Στην ερωτική μυθολογία της Δύσης ο Δ.Ζ. εγγράφεται ως μια προνομιακή μορφή, της οποίας οι μεταμορφώσεις είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για την εικόνα που κάθε ιστορική εποχή σχηματίζει για τον έρωτα. Ο Δ.Ζ., αντίθετα με τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”